Παναγιώτη Νούνη: «ΤΟ ΑΒΑΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ», Κεφάλαιο Α΄, Ο Νόμος της Σιωπηλής Σάρκας
Το Άβατο της Επιθυμίας
(Το Χρονικό της Ρυθμιζόμενης Σάρκας)
Ένας έρωτας που δεν χωρά σε κανέναν Νόμο.
Μια εξουσία που επιχειρεί να πειθαρχήσει το ερωτικό Πάθος.
Και μια πόλη όπου ενίοτε τα φλιτζάνια του καφέ
μεταφέρουν το μήνυμα της υπόγειας ερωτικής αντίστασης, κατά των ολοκληρωτικών και ελεγκτικών μηχανισμών εξουσίας.
Μία εν εξελίξει Ερωτική Δυστοπική Μυθιστορία...
Του Παναγιώτη Νούνη
---------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
Ο Νόμος της Σιωπηλής Σάρκας
Ο Νόμος 666/2069 ανακοινώθηκε ένα απόγευμα που δεν ξεχώριζε σε τίποτα από τα προηγούμενα.
Οι οθόνες αναβόσβησαν, οι άνθρωποι πάγωσαν, και η πόλη —τόσο συνηθισμένη στην παθητικότητα— έμοιαζε να παίρνει μια απόκοσμη ανάσα.
«Ρύθμιση της Επιθυμίας και των Ερωτικών Πράξεων»
Εφαρμογή άμεσα. Θα έρθει η εν λόγω ημέρα της ποινικοποίησης του έρωτα και της αγάπης, έλεγαν οι πρωτινοί. Τώρα ήγγικεν η ώρα να εφαρμοστεί.
Κανείς δεν μίλησε. Ως συνήθως.
Η πρώτη μέρα της καταστολής είναι πάντα σιωπηλή — από σοκ, από ντροπή, όνειδος, οδύνες και από σύγχυση.
Στην αγορά, λίγο πριν δύσει ο ήλιος, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από ανθρώπους που προσποιούνταν ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Κάτι όμως είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα, στο βλέμμα των ανθρώπων, στην ίδια την αναπνοή και άρρητη συνομιλία των σωμάτων.
Και εκεί, ανάμεσα σε πάγκους με κεραμικά και μυρωδιά από κυπριακό καφέ, είδα αίφνης μία γυναίκα... την οποία εβάπτισα στην συνείδησή μου ως τη Γυναίκα με το Ίχνος.
Κρατούσε ένα φλιτζάνι που είχε ήδη κρυώσει, αλλά οι γραμμές του παρέμεναν ζωντανές.
Σκιές.
Σύμβολα.
Κώδικες.
Τίποτα δεν σκαμπάζω από μαντείες, μαγγανίες και καφετζούδες, αλλά έχουν εικάζω το δικό τους λαϊκό κοινωνικό χαριτωμένο νόημα στο διάβα των αιώνων.
Ακριβώς δίπλα της στεκόταν ο Άντρας, κι εκεί, για πρώτη φορά, άκουσα την ιδιότυπη, σχεδόν ψιθυριστή κυπριακή στιχομυθία τους.
Η πρώτη στιχομυθία — απαγορευμένη από τον Νόμο, επιτρεπτή από την επιθυμία.
Γυναίκα:
— Εν να μας δούν, νομίζεις;
Άντρας (χαμηλόφωνα):
— Μα τζιαι να μας δούσι… εν να καταλάβουν τί; Πώς εθώρουν σε λλίον παραπάνω που τ ρ ί α δευτερόλεπτα; Ο Θεός πκιόν!...
Γυναίκα (με μισό χαμόγελο):
— Το παραπάνω τρία δευτερόλεπτα που παρατηρεί ο κόσμος εν ο νέος φόνος τους.
Άντρας:
— Ε, τότε είμαστεν αδίστακτοι εγκληματίες, όπως το κλασικό ζεύγος.
Το είπαν χωρίς φόβο.
Χωρίς βιασύνη.
Σαν δύο άνθρωποι που γνωρίζουν ότι η καταστολή αρχίζει από το βλέμμα. Μα το Κράτος, άραγε, δύναται να καταστέλλει την βλεμματική επαφή των ανθρώπων;
Πλησίασα, δήθεν αδιάφορος, αλλά η Γυναίκα με το Ίχνος στράφηκε προς το μέρος μου με τρόπο που έκανε τον αέρα γύρω της πιο πυκνό.
Το φλιτζάνι της — ένα απλό αντικείμενο — μου φάνηκε ξαφνικά π ι ο επικίνδυνο από οτιδήποτε κρατούσε η Αρχή Επιθυμίας.
Ένα σύμβολο που δεν μπορούσε να εξημερώσει κανένας Νόμος.
Λίγο πιο πέρα, δύο Αξιωματικοί της Αρχής σκάναραν ζευγάρια.
Ο Άντρας έγειρε ελάχιστα προς τη Γυναίκα του φλιτζανιού.
Δύο εκατοστά.
Καταστροφικά.
Γυναίκα (ψιθυριστά):
— Άκου… μεν κινηθείς πολλά-πολλά γιατί εφάμεν την.
Άντρας (πιο αθόρυβα ακόμη):
— Μα αφού… εν έσιει που να πάει το σώμα μου αλλού, εκτός που το δικό σου, σ’ εσένα.
Γυναίκα:
— Άκου να σου πω, εν ωραία τούτα, αλλά εν τζιαι η Αρχή πάρα δίπλα.
Άντρας:
— Εν να τους ξεγελάσουμεν. Εν πρώτη φορά που το κάμνουμε;
Η φράση της τον έκανε να χαμογελάσει.
Εντελώς απαγορευμένο, το χαμόγελο μεταξύ ανδρών και γυναίκων, επιτρεπτέον μοναχά -δημόσια και στην πλατεία- το χαμόγελο μεταξύ των όμοιων φύλων, μιας και τα όμοια έλκονται εκ φύσεως, τούτο μας διδάσκουσιν από τότε το 2020 ως την σήμερον του 2069.
Το χαμόγελο, από τούδε καταγράφεται ως «προ-ερωτική χειρονομία», η οποία ποινικοποιείται. Τα έλεγαν κάποιοι γνωστοί τότε από το Κοινοβούλιο ότι θα ζούσαμε αυτές τις σκοτεινές ημέρες.
Η Αρχή πλησίασε.
Οι σκιές τους έπεσαν πάνω στα τρία μας σώματα σαν προειδοποίηση.
Η παρέμβαση της Αρχής
— Σταθείτε. Μικρή απόσταση παρακαλώ. Είδαμε προ ολίγου, δημόσια, ένα βλέμμα παρατεταμένο, πέραν των τριών δευτερολέπτων και κάτι ως χαμόγελο. Τί έχετε να δηλώσετε επ΄αυτών των κατηγοριών;
Ο Άντρας απάντησε με απόλυτη ηρεμία:
— Εθώρουν και εθαύμαζα τα κεραμικά, εν τούτη η γυναίκα που εκινήθηκεν μπροστά μου. Αυτή φταίει! Τί θέλετε, να φκάλω τα μάθκια μου;
Η Γυναίκα συμπλήρωσε:
— Εγώ εν είδα καν τούτον τον ηλίθιο, που προσπαθεί να με φταίξει. Ετράβηξε ο αέρας τζιαι έστρεψεν το φλιτζάνι μου.
Η Αρχή, αιφνιδιάστηκε από τις αυθόρμητες δηλώσεις τους και δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα.
Ο Νόμος, ήταν απόλυτος, αλλά τα σώματα υπεύθυνα για την επινόηση μικρών διαφυγών.
Τους άφησαν να φύγουν... προς το παρόν, αφού ως γνωστόν άπαντες διαφεύγουν των Αρχών, μέχρι που οι Αρχές να αισθανθούν ότι απειλείται η εξουσία τους.
Μόλις έστριψαν στη γωνία, η Γυναίκα του είπε χαμηλά:
Γυναίκα:
— Είδες; Ο άνεμος σώζει πάντα τους παράνομους.
Άντρας:
— Εν ο άνεμος; Ή εν ο νους σου που παίζει ό,τι να ναι;
Γυναίκα:
— Ε, τότε προφύλαξε με.
Άντρας:
— Πάντα. Όπως το φως που κρύφκουν τα μάθκια σου.
Κι εκείνη η φράση θα είχε κοστίσει και στους δύο ένα γερό πρόστιμο για «λεκτική πρόκληση επιθυμίας».
Αλλά κανείς δεν τους άκουσε. Δόξα τω Θεώ...
Μόνο εγώ, επειδή τους κρυφάκουγα ευχάριστα.
Και κατάλαβα πως υπήρχε κάτι σε αυτό το ζεύγος που δεν μπορούσε κανείς να καταγράψει ή και να περιγράψει:
μια αμοιβαία, συγχρονισμένη και συντονισμένη ενεργειακή συχνότητα ιδιότυπου ερωτικού πεδίου που δεν ήταν ορατή στους δημόσιους ελεγκτές και κατηγόρους τους, ένα άβατο πέπλο μυστηρίου του ενός μέσα στον άλλο. Ενδεχομένως, λόγω υπερανάλυσης, να είναι όλα πλασμένα της φτωχής μου φαντασίας.
Η επιθυμία τους, σχεδόν σίγουρα, ήταν ήδη εσωτερικής υφής και υπόγεια, σπάνια και χαριτωμένη.
Όταν επέστρεψα σπίτι, βρήκα στην πόρτα μου το εξής περίεργο σημείωμα:
«Ό,τι δεν ρυθμίζεται, διαφεύγει.
Απόψε, στις γνωστές χωράφες.»
Το γραφικό του στυλ είχε κάτι γνώριμο.
Μια καμπύλη στην τελευταία λέξη. Με έβαλε σε σκέψεις...
Ήξερα, ότι, το ζεύγος με το φλιτζάνι δεν ήταν τυχαίο.
Ήταν το πρώτο ρήγμα στον Νόμο
και εγώ, χωρίς να το θέλω,
είχα ήδη περάσει μέσα από αυτό, μέσα από αυτό το ερωτικό ρήγμα, μιας και ο έρως και η αγάπη δημιουργούν -ως γνωστόν- σημαντικές ρωγμές στις συμπαγείς και σκληροτράχηλες βεβαιότητές μας.
Συνεχίζεται...
Του Παναγιώτη Νούνη
----------------
«Ο Νόμος, μιλά πάντοτε σαν να είναι ο εις και μόνος από μηχανής Θεός. Ενώ, η Επιθυμία, μιλά πάντοτε σαν να είναι κανείς απλά, πολύ απλά και ανθρώπινα, ως Άνθρωπος.
Κι ανάμεσα στις δύο Συμπληγάδες Πέτρες,
εγώ κρατάω την μεσότητα που είν΄ το ά β α τ ο —
εκείνο το μικρό κομμάτι εν τω μέσω της νυκτός,
που ούτε ο Θεός αλλ΄ ούτε ο Νόμος μπορούσι να εισέλθουν.»
Πραίτωρ Άβατος

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου