Παναγιώτη Νούνη: Περί του σεβ. Μητροπολίτου Πάφου κ. Τυχικού
Πολιτικοθεολογικός Στοχασμός Νούνη – #06.01.26
Περί του σεβ. Μητροπολίτου Πάφου κ. Τυχικού
Η εκκλησιαστική υπόθεση που ακούει για την παράνομη, την αντικανονική, την κακόγνωμη, την κακοκέφαλη και σχισματική απόφαση του Μακαριωτάτου μετά των συν αυτώ, για την αυθαίρετη, αποτρόπαια και βδελυρή έκπτωση του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πάφου κ. Τυχικού, δ ε ν είναι απλώς μια εσωτερική εκκλησιαστική διένεξη, καθώς νομίζουσι οι αδαείς (αρκετοί εξ αυτών, Φίλοι και Φίλες μας, χωρίς εκκλησιολογικές ή/και θεολογικές προϋποθέσεις, αποφαίνονται, ωσάν η λογική ή/και ιδιότητά τους είναι το μοναδικό κριτήριο του ορθοδόξως και απλανώς θεολογείν σε de facto θέσεις για τα δήθεν μεγάλα λάθη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πάφου) αλλά είναι ένα οριακό γεγονός αμιγώς πολιτικής θεολογίας, όπου συγκρούονται δύο ενδιαφέρουσες αντιλήψεις περί εξουσίας:
η εξουσία ως τυφλή και αδιάκριτη υπακοή -χωρίς δικαίωμα λόγου- και η εξουσία ως διακονία -εν διακρίσει- που λογοδοτεί.
Η προσφυγή του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Πάφου κ. Τυχικού στα πολιτικά δικαστήρια δ ε ν μπορεί να αναγνωσθεί μονοδιάστατα ως «ανυπακοή». Αντιθέτως, αποτελεί, έσχατη πράξη αυτοπροστασίας της συνείδησης του και των πεπραγμένων του ως οικείος και κυρίαρχος Επίσκοπος της Πάφου, όταν τα εσωτερικά εκκλησιαστικά μέσα εμφανίζονται στενοκέφαλα, εξαντλημένα ή/και προκαθορισμένα.
Η Εκκλησία, επικαλείται το Κανονικό Δίκαιο και τη συνοδικότητα. Όμως η συνοδικότητα, θεολογικά, δ ε ν είναι μηχανισμός πειθαρχίας, αλλά είναι χώρος διάκρισης εν Αγίω Πνεύματι. Όταν η απόφαση προηγείται της ακρόασης και η κατάληξη (προ)αναγγέλλεται προτού καν ολοκληρωθεί η διαδικασία («να κλείσει το κεφάλαιο Τυχικός»), τότε η συνοδικότητα μετατρέπεται αυθαίρετα, αντιεκκλησιολογικά και αντικανονικά σε ένα αφιλάνθρωπο διοικητικό εργαλείο ισχύος και όχι σε εκκλησιολογικό γεγονός.
Η επίκληση της νουθεσίας του οικουμενικού Πατριάρχη Κων/Πόλεως, προσδίδει στο ζήτημα μία αμφιλεγόμενη και εξάπαντος μία επισκοπομονιστική βαρύτητα, αλλά δεν αίρει ποσώς το θεμελιώδες ερώτημα:
μπορεί ένας κανονικός Επίσκοπος να στερηθεί αυθαίρετα κάθε δικαίωμα προσφυγής όταν θεωρεί ότι παραβιάζεται η εκλογή και ενθρόνισή του, η οποία εδράζεται τόσο στη Σύνοδο όσο και στο λαϊκό σώμα;
Η Ορθόδοξη Παράδοση, γνωρίζει, ότι η υπακοή δεν είναι απόλυτη, πολλώ δε μάλλον δεν δύναται να είναι τυφλή, αλλά προφανώς η ίδια Παράδοση μας διδάσκει ότι η εκκλησιαστική υπακοή παύει εκεί όπου αρχίζει η βία κατά της συνείδησης.
Η προσφυγή σε πολιτικά δικαστήρια εκ μέρους του Τυχικού δεν σημαίνει εκκοσμίκευση της Εκκλησίας. Σημαίνει αναγνώριση ότι η Εκκλησία, ως ιστορικός θεσμός εντός κράτους δικαίου, δ ε ν λειτουργεί εκτός της έννομης τάξης, ιδίως όταν διακυβεύονται περιουσιακά, διοικητικά και προσωπικά δικαιώματα. Η άρνηση κάθε εξωτερικού ελέγχου, στο όνομα της αυτονομίας, κινδυνεύει να καταστήσει την Εκκλησία αυτοαναφορικό σύστημα χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες που καρατομεί αυθαίρετα και άδικα τους επισκόπους της, την επόμενη ή έστω την μεθεπόμενη ημέρα εκ της ενθρονίσεώς τους.
Ιδιαίτερη πολιτικοθεολογική σημασία αποκτά και η ταυτόχρονη συζήτηση για τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη, ώστε να αποκλειστεί το Λαϊκό στοιχείο από την εκλογή Επισκόπων και Μητροπολιτών. Υπό το φως της υπόθεσης Τυχικού, μια τέτοια μεταρρύθμιση δεν μοιάζει ουδέτερη, αλλά μοιάζει με θεσμική απάντηση στον “κίνδυνο της διαφωνίας”.
Όμως η Εκκλησία δεν γεννήθηκε για να αποφεύγει τη σύγκρουση, καθότι γεννήθηκε για να τη μεταμορφώνει σε αλήθεια. Το Λαϊκό σώμα της Εκκλησίας δεν υφίσταται οντολογική διαφορά με τους ιερείς, καθότι όρος και προϋπόθεση για να γίνει κανείς κληρικός, οφείλει να ανήκει στην εκκλησιαστική τάξη των Λαϊκών και να είναι βεβαπτισμένο μέλος της Εκκλησίας. Άρα, προς τί και πού αποσκοπεί ο παραγκωνισμός των Λαϊκών από την εκλογή των επισκόπων τους;
Η προάσπιση του Τυχικού δεν είναι προσωποκεντρική, ανεξαρτήτως αν ο Τυχικός ήτο συμφοιτητής του γράφοντι. Είναι υπεράσπιση της εκκλησιαστικής ελευθερίας, προάσπιση του Κανονικού Δικαίου απέναντι στον φόβο της αμφισβήτησης ενώπιον της διοίκησης της Εκκλησίας. Α ν η υπακοή απαιτεί τη σιωπή της συνείδησης και την απεμπόληση κάθε δικαιώματος κρίσης, τ ό τ ε δεν πρόκειται για υπακοή, αλλά για θεσμική εκτροπή και υποταγή. Και αυτή η εκτροπή δεν αγιάζει την Εκκλησία, καθότι την αποδυναμώνει και την διασύρει στα μάτια των απλών και πιστών μελών της Εκκλησίας.
Ο πολιτικοθεολογικός πυρήνας της υπόθεσης είναι σαφής σε εμάς εξ αρχής της ιστορίας:
ο Τυχικός δεν αμφισβητεί την Εκκλησία, αλλά αμφισβητεί μια αρρωστημένη αντίληψη μίας ηγεμονεύουσας Εκκλησίας που δεν αντέχει τον διάλογο και τον έλεγχο από τους Επισκόπους της. Πολλώ δε μάλλον από τους Λαϊκούς, τους οποίους υποτιμούν και απαξιώνουν ορισμένοι ρασοφόροι. Και σε αυτό το σημείο, η ιστορία της Ορθοδοξίας, δείχνει ότι η αλήθεια συχνά βρέθηκε με τους διωκόμενους Λαϊκούς-Μοναχούς-Επισκόπους, και όχι με τους βιαστικούς κριτές Πατριάρχες ή/και Αρχιεπισκόπους που εξουσιάζουν μανικώς και αδιακρίτως και σκανδαλίζουν με τον τρόπο τους το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Οι Χριστιανοί ποιμενόμενοι της επαρχίας Πάφου, και όχι μόνον, οφείλουν να προστατέψουν τον κανονικό Μητροπολίτη της Πάφου, τον κ. Τυχικόν, ανεξαρτήτως από τα όποια εκκλησιαστικά παίγνια του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Γεωργίου μετά των συν αυτώ, που κακόγνωμα και αντικανονικά εκθρόνισαν ομοθυμαδόν τον Σεβασμιώτατο άγιο Πάφου.
Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου, να καταγραφεί εκ νέου, ότι είναι αντικανονική, αντικαταστατική, άκυρη, κακόγνωμη, κακοκέφαλη και ο κλήρος και λαός της Πάφου οφείλει να μνημονεύει σε κάθε λειτουργική πράξη σε λειτουργικό χρόνο το όνομα Τυχικός, ανεξαρτήτως της όποιας εκκλησιαστικής επικυρίαρχης προπαγάνδας εκ μέρους της ιεράς Αρχιεπισκοπής.
Ο σεβ. Πάφου Τυχικός, στην συνείδηση των μελών της Μίας Αγίας και Αποστολικής Καθολικής Εκκλησίας και στην τοπική επαρχία του, παραμένει ως Κανονικός Επίσκοπος και οικείος Μητροπολίτης Πάφου, ανεξαρτήτως της αδυσώπητης και κρυφοδαγκανιάρικης πολεμικής που εξαπόλυσαν θεοί και δαίμονες της Ιεράς Αρχιεπισκοπής και όχι μόνον, εις βάρος της προσωπικότητάς του.
Του Παναγιώτη Νούνη,
Ελεύθερος Στοχαστής
6 Ιανουαρίου, 2026

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου