Παναγιώτη Νούνη: Λογική, φιλοσοφική και θεολογική αποδόμηση στα κουραφέξαλα του Βουλευτή Ανδρέα Θεμιστοκλέους
Λογική, φιλοσοφική και θεολογική αποδόμηση στα κουραφέξαλα του Βουλευτή Ανδρέα Θεμιστοκλέους
Η πολιτική γίνεται επικίνδυνη όταν μεταμφιέζεται σε θεολογία και η θεολογία εκπίπτει όταν υποτάσσεται σε πολιτικά αντανακλαστικά.
Τα γραφθέντα του Βουλευτή Ανδρέας Θεμιστοκλέους, εκ μέρους του Δημοκρατικού Εθνικού Κινήματος (ΔΕΚ), δεν είναι απλώς μια θέση για την εκλογή Μητροπολιτών, είναι μια σιωπηρή πρόταση επαναπροσδιορισμού του ίδιου του εκκλησιαστικού γεγονότος.
Τόσα ξέρει, όσα λέει.
Λογικά, το επιχείρημα οικοδομείται πάνω σε ένα εύκολο αλλά αδύναμο θεμέλιο:
ό,τι είναι παλαιό, είναι και ορθό.
Αστεία πράγματα!...
Η παράδοση όμως δεν είναι απολίθωμα κ. Α. Θεμιστοκλέους. είναι κρίση ζώσα. Η επίκληση της ιστορίας χωρίς διάκριση μετατρέπεται σε ρητορικό τέχνασμα. Και όταν η πολυπλοκότητα ενός εκκλησιαστικού θεσμού συμπιέζεται σε δίλημμα «λαός ή Σύνοδος», τότε δεν έχουμε ανάλυση αλλά σκόπιμη κατασκευή αντιπάλου. Η σκέψη υποχωρεί μπροστά στην κινητοποίηση. Συνεπώς μαλακίες αλλού.
Φιλοσοφικά, διακρίνεται μια βαθύτερη σύγχυση: η Εκκλησία αντιμετωπίζεται ως προέκταση της πολιτικής κοινωνίας. Με όρους Hannah Arendt, η πολιτική αφορά τον χώρο της πράξης και της πλειοψηφίας, ενώ η Εκκλησία θεμελιώνεται σε μια αλήθεια που δεν τίθεται σε ψηφοφορία.
Το να μεταφέρεις άκριτα το δημοκρατικό κριτήριο στον εκκλησιαστικό χώρο δ ε ν είναι εκδημοκρατισμός, είναι κατηγορικό σφάλμα. Και με όρους Michel Foucault, δεν καταργείται η εξουσία — απλώς μετακινείται από την ιεραρχία στη μάζα, η οποία γίνεται εξίσου πειθαρχική.
Θεολογικά, το πρόβλημα καθίσταται ουσιώδες. Η Εκκλησία της Κύπρου δ ε ν είναι σώμα δικαιωμάτων αλλά Σώμα Χριστού. Ψιλά γράμματα για τον Ανδρέα Θεμιστοκλέους μετά των συν αυτώ.
Ο επίσκοπος δ ε ν είναι πολιτικός αντιπρόσωπος, αλλά φορέας αποστολικής διαδοχής. Η συμμετοχή του λαού στην εκκλησιαστική ζωή είναι πραγματική, αλλά δεν ταυτίζεται με τη λήψη της τελικής κανονικής απόφασης.
Η πατερική παράδοση, όπως διατυπώνεται κατ’ εξοχήν στον Μάξιμο Ομολογητήν, δεν γνωρίζει «αλήθεια κατά πλειοψηφία», αλλά αλήθεια ως συμφωνία με το εκκλησιαστικό φρόνημα. Όταν η νομιμοποίηση μετατρέπεται από χαρισματική σε αριθμητική και στις αυθαίρετες λογικές του τάσεις ή δείνα αδαή Θεμιστοκλέους, τότε, η Εκκλησία παύει να λειτουργεί ως μυστήριο και αρχίζει να λειτουργεί ως μηχανισμός εξουσίας.
Το επιχείρημα περί «δοτών» Μητροπολιτών προϋποθέτει ότι η Σύνοδος δρα εξ ορισμού αυθαίρετα και ο λαός εξ ορισμού αυθεντικά. Πρόκειται για ανθρωπολογικό ρομαντισμό.
Η Εκκλησία δ ε ν οικοδομείται πάνω στην αθωότητα της μάζας ούτε πάνω στην αλάθητη αυθεντία της ηγεσίας, αλλά στη διαρκή ένταση μεταξύ χαρίσματος και ευθύνης.
Εδώ βρίσκεται και η πολιτικοθεολογική παγίδα: η μετατροπή της Εκκλησίας σε πεδίο διεκδίκησης «δικαιωμάτων» την καθιστά ευάλωτη στη λογική της εξουσίας που υποτίθεται ότι πολεμά.
Διότι, όπως θα υπαινισσόταν ο Friedrich Nietzsche, όταν η αλήθεια υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη της αποδοχής, τότε αυτό που απομένει δεν είναι κοινότητα πίστης αλλά κοινότητα επιβεβαίωσης.
Τελικώς, το ζήτημα δεν είναι ποιος εκλέγει τον επίσκοπο. Το ζήτημα είναι αν η Εκκλησία θα συνεχίσει να ορίζεται από το μυστήριο της ή θα ανακατασκευαστεί ως πολιτικός θεσμός.
Και εκεί, η απάντηση δεν δίνεται με συνθήματα κ. Θεμιστοκλέους — αλλά με ορθόδοξο ήθος και ορθόδοξη πατερική εκκλησιολογία.
Αγναντούμ;
Τα φιλιά μου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου